υστερόβουλος

υστερόβουλος
-η, -ο, Ν
αυτός που σκέπτεται ή ενεργεί με υστεροβουλία, ιδιοτελής.
επίρρ...
υστεροβούλως και υστερόβουλα Ν
με υστεροβουλία, με ιδιοτέλεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ύστερος + -βουλος (< βουλή), πρβλ. κακό-βουλος. Το επίρρ. στον λόγιο τ. ὑστεροβούλως, μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • υστερόβουλος — η, ο επίρρ. α αυτός που σκέφτεται ή ενεργεί με υστεροβουλία (βλ. λ.), ανειλικρινής, υποκριτής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οπισθόβουλος — η, ο 1. αυτός που ενεργεί με οπισθοβουλία, υστερόβουλος 2. (για ενέργειες) αυτός που ενέχει υστεροβουλία. επίρρ... οπισθοβούλως με οπισθοβουλία, υστερόβουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθ(ο) * + βουλος (< βουλή «σκέψη»), πρβλ. υστερό βουλος. Η λ.… …   Dictionary of Greek

  • πονηροκόλαξ — ακος, ὁ, Μ πονηρός, υστερόβουλος, κόλακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < πονηρός + κόλαξ (πρβλ. μαλακο κόλαξ)] …   Dictionary of Greek

  • υπολογιστικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον υπολογισμό ή στον υπολογιστή 2. το αρσ. ως ουσ. ο υπολογιστικός μτφ. (για πρόσ.) ιδιοτελής, υστερόβουλος 3. φρ. «υπολογιστική μηχανή» ο υπολογιστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπολογιστής. Το επίθ. μαρτυρείται από …   Dictionary of Greek

  • υστεροβούλως — και υστερόβουλα Ν επίρρ. βλ. υστερόβουλος …   Dictionary of Greek

  • ύστερος — η, ο/ ὕστερος, έρα, ον, ΝΜΑ, και οὕστερος, ον, και τ. ουδ. ως επίρρ. ὕσταριν, Α 1. αυτός που, σε σχέση με τον χρόνο ή σε σχέση με μια σειρά, ακολουθεί, έρχεται μετά από κάποιον άλλο, ο μεταγενέστερος ενός άλλου (α. «στην ύστερη αρχαιότητα… …   Dictionary of Greek

  • υπολογιστής — ο θηλ. ίστρια 1. λογιστικός υπάλληλος κατώτερος από το λογιστή, βοηθητικός λογιστής. 2. «ηλεκτρονικός υπολογιστής», συσκευή που μπορεί να δεχτεί δεδομένα σε κατάλληλη κωδικοποιημένη μορφή, να τα επεξεργαστεί και να παράγει τις ζητούμενες… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υπολογιστικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει σχέση με τον υπολογισμό ή τον υπολογιστή (βλ. λ.): Υπολογιστικές μηχανές (μηχανές για την εκτέλεση των τεσσάρων απλών πράξεων της αριθμητικής). 2. το αρσ. ως ουσ., υπολογιστικός άνθρωπος υστερόβουλος, υπολογιστής:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”